Υπάρχει κάποιος που σας σπάει τα νεύρα και θέλετε να τον ξεφορτωθείτε; Θέλετε μια εντυπωσιακή στροφή στην καριέρα σας; Νιώθατε πάντοτε την πραγματικότητα πολύ πεζή;
Όποια και αν είναι η ανάγκη σας, ( εμένα είναι και οι τρεις) βρείτε που εκδίδεται το πιστοποιητικό JAR-FLC 3 (προσοχή να είναι *Class 2* , μην βγάλετε το 1 και σας γυρίσουν πίσω στο γκισέ)και αφήστε τους αδαείς να ψάχνονται για Χαβάη και αηδίες.
- Καλημέρα σας, έναν φρέντο σκέτο θα ήθελα - Εεεε; Εσπρέσο ε; - Όχι καπουτσίνο - Δηλαδή, και ΓΑΛΑ; - Ναι - Ε, είπαμε σκέτο αλλά βάζω και ΓΑΛΑ; - Ναι, έναν φρέντο καπουτσίνο χωρίς ζάχαρη παρακαλώ.
Βζζ,,,Γκρρρ,,,μπρρρ... ( αφρόγαλο ανά χείρας)
- Είπαμε γάλα ναι, ε; - Ναι ( στο γυιο της Λουκά έπεσα, γαμώ την ατυχία μου)
Μου έστειλαν μια έρευνα από μια εταιρία "ανθρώπινου δυναμικού" που ρωτάει πόσο μακριά θα πήγαινα για την καριέρα μου.
Θα πήγαινα στο Μαυρίκιο να κάνω τη συνοδό σε Έλληνες τουρίστες. Θα πήγαινα στο Λονδίνο να πετάω κέρματα στον Τάμεση και να πίνω φτηνές μπύρες. Θα πήγαινα στο Λος Άντζελες να σερβίρω καφέ σε diners.
Η έρευνα όμως δε με ρώτησε αν θα ερχόσουν εσύ μαζί μου...
The new phenomenon that has taken the whole world by storm. A woman that listen with her heart, not her ears...
Προσοχή, το ακόλουθο βίντεο δεν ενδείκνυται για καθηγητές αγγλικών, τραγουδιστές με γκάμα πολλών οκτάβων και οποιονδήποτε άλλο ξέρει τη σημασία της λέξης "στονάρω"
Παρακαλώ, δείτε το βίντεο πριν προχωρήσετε στην ανάγνωση του υπόλοιπου ποστ.
Και τώρα που είστε έτοιμοι να πάρετε και το Μπροφίτσιενσυ, δείτε ότι τελικά αυτή η γυναίκα άγγιξε την ευαίσθητη χορδή όλων ημών που δε γεννηθήκαμε με μητρική την αγγλική και τραγουδώντας στο μπάνιο μας, ενίοτε, συμπληρώνουμε τους στίχοι με άφθονα ινγκλέτσκι.
Παρακαλώ, δώστε έμφαση στο κοινό στο 1:40 του βιντεακίου. Διότι μάτια μου αν έχεις συγκριτικό πλεονέκτημα, μην το αφήνεις. Κάτι τέτοιες μαλακίες έκανε και ο Ταμπάκης και έχασε στρωμένη καριέρα.
Αυτά, σας αγαπώ, και να θυμάστε πως εγώ δεν ζω αν τουλίμπου ντίμπου ντάουτσουυυυυυυυυ!
Έπρεπε να πάρω το καράβι για την Αίγινα - Έγινα. Μπήκα μέσα στο καράβι αλλά βγήκα, δεν είχε θέση για μένα, είχε πολύ κόσμο, δεν θυμάμαι ακριβώς αλλά για κάποιο λόγο έπρεπε να βγω και το αποτέλεσμα ήταν να χάσω το καράβι.
Δεν ήμουν μόνη, ήταν και άλλοι σαν κι εμένα στο λιμάνι. Ήταν μικρό λιμανάκι σαν πορθμείο, την Αίγινα την βλέπαμε απέναντι. Χωρίς πολλούς δισταγμούς, πήραμε ένα φουσκωτό, σαν αυτά που κάνουμε ράφτινγκ, σαν σωσίβια λέμβος και ένα κουπί στο χέρι και δως του όλοι μαζί για Αίγινα.
Με το που ξεκινήσαμε, ο προορισμός έμοιαζε ήδη κοντά. Μόνο που αρχίσαμε να ανεβοκατεβαίνουμε από τα απόνερα του καραβιού που φυσικά προπορευόταν. Και ξέραμε πως τα ισχυρότερα θα έρχονταν μετά, και θα μπορούσαν να μας ανατρέψουν, με κίνδυνο το θάνατο μας. Είδαμε στα αριστερά μας κάτι σαν ράμπα για πάρκινγκ, ανάμεσα σε δύο βράχους. Στριμωχτήκαμε εκεί για να μη μας ανατρέψουν τα απόνερα και προετοιμαστήκαμε για να μας σκεπάσει το κύμα. Κρατηθήκαμε γερά και πήραμε βαθιά ανάσα για να αντέξουμε όση ώρα θα ήμασταν κάτω από το νερό.
Πήρα ανάσα και έκλεισα τα μάτια. Είδα δεκάδες πανομοιότυπα ψαράκια, πορτοκαλί και σχεδιασμένα παιδικά, σαν σχέδιο παιδικής ταπετσαρίας.
Τα δύσκολα πέρασαν και αμέσως μετά είμαστε στην Αίγινα.
Όλοι βρεγμένοι και το νησί πήχτρα στον κόσμο, λες και είχε γίνει η καταστροφή της Σμύρνης με σήμα κατατεθέν τον τουρισμό. Κι εμείς βρεμένοι, από πανσιόν σε πανσιόν, σε κυκλαδίτικα δρομάκια να μας λένε πως δεν υπάρχει πουθενά δωμάτιο.
Στο κέντρο της πλαγιάς , ήταν το ακριβότερο ξενοδοχείο. Φωτισμένο με νέον ροζ και μωβ, φαινόταν από παντού. Ξεκινήσαμε για εκεί με την ελπίδα πως στο ακριβότερο θα έχουμε περισσότερες πιθανότητες να βρούμε άδειο δωμάτιο.
Φευ, η ρεσεψιόν ήταν γεμάτη από κόσμο που είχε την ίδια ιδέα με εμάς. Και ήδη οι πρώτοι είχαν λάβει την απάντηση πως δεν υπάρχει διαθεσιμότητα. Πίσω από τη ρεσεψιόν υπήρχε ένας υπερυψωμένος διάδρομος. Εκεί είδα έναν κύριο, 55άρη, γεματούλη, με τον οποίο είχα πιάσει κουβέντα όταν είχα ανέβει στο καράβι. Με είδε και με θυμήθηκε, και μάλλον σιωπηρά εισέπραξα από το βλέμμα του πως θα βοηθούσε εμένα και τους δικούς μου (για τους οποίους ένιωθα υπεύθυνη) να βρούμε δωμάτιο.
Ήρθαν από τη ρεσεψιόν αποκλειστικά σε εμάς και μας είπαν να τους ακολουθήσουμε. Περάσαμε μέσα από το μπαρ το οποίο ήταν ημικυκλικό με μια τεράστια τζαμαρία να φαίνεται η παραλία. Το ξενοδοχείο τελικά ήταν πιο μεγάλο από ότι έδειχνε, ήταν σαν ολόκληρο χωριό. Καθισμένος σε ένα τραπέζι με την παρέα του ήταν ο κύριος και πάλι με το βλέμμα είχα την επιδοκιμασία του.
Βγήκαμε από το γυάλινο μπαρ και μπήκαμε στο μέτος του ξενοδοχείου με τα μπανγκαλόουζ. Αυτόνομα σπιτάκια, πέτρινα δρομάκια, ήταν σαν παραμυθένια. Μας οδηγούσε μια υπάλληλος του ξενοδοχείου. Εγώ πρόσεξα ότι κάθε σπιτάκι είχε το δικό του όνομα και προσπεράσαμε ένα που λεγόταν Σέρρες.
Δεν μείναμε όμως σε αυτό, μείναμε σε ένα άλλο το οποίο είχε και αυτό όνομα οικείο που ηχούσε γνώριμο στα αυτιά μου και επίσης θελκτικό. Μπορεί να μην ήταν ελληνικό το τοπωνύμιό του, μπορεί να ήταν βρετανικό.
Μπήκαμε μέσα με απορία. Αφού ήταν όλα γεμάτα, εμείς πως βρήκαμε δωμάτιο και μάλιστα, σουίτα , μεζονέτα, χλίδα μιλάμε. Μπήκαμε μέσα με δέος και είδαμε πως η βιλίτσα είχε κόσμο. Μάλλον μια αγγλική οικογένεια, με μια καλόκαρδη ξανθιά κυρία η οποία μας εξήγησε πως έφευγαν την άλλη μέρα, ίσως και τα ξημερώματα και δεν είχαν πρόβλημα να περάσουμε κάποιες ώρες μαζί για να εξυπηρετήσουν ταλαιπωρημένους ταξιδιώτες.
Όλο το όνειρο ήταν γεμάτο με recurrent themes. Όλα κάπου τα είχα ξαναδεί. Το νησί, το ξενοδοχείο, όλα ήταν οικεία από άλλα όνειρα.
Δεν θέλω να απολογηθώ για την αμαρτωλή ατέλεια μου, δεν θέλω να παραιτηθώ από το δικαίωμα στο λάθος. Δεν θέλω να με κρίνει κανείς, δεν θέλω.
Νιώθω μια ανία, μια διάθεση να ξεράσω στην πλατεία Συντάγματος ή ακόμα καλύτερα μπροστά στη Βουλή. Στα πόδια ενός διευθύνοντος συμβούλου, έξω από μια πανάκριβη μπουτίκ – Θεέ μου πόσα μέρη υπάρχουν να ξεράσεις και δεν το ήξερα.
Θέλω να πάω να ξεράσω στα πόδια της Πρωτοψάλτη – γιατί είναι άλλη από εκείνη που κάποτε τραγουδούσε «Κυκλοφορώ κι οπλοφορώ» , που 6 ήμουνα η πουτάνα όταν το άκουσα και έκλαιγα γιατί άθελα μου είχα πάρει τζούρα από τον πόνο του έρωτα και σε ένα ενσταντανέ θείας προοικονομίας είδα το μέλλον μου στο στίχο:
«Και απορώ που μια ζωή από παιδί παρακαλάω Μα ούτε σ' ένα παραμύθι δε χωράω».
Θέλω να πάθω κι εγώ έναν ιδεασμό, όχι τον trendy τον αυτοκτονικό, αυτόν προσπάθησα πολύ να τον ξεφορτωθώ και δεν θα του ανοίξω καμιά κερκόπορτα του πούστη, αλλά έναν ιδεασμό μεγαλομανίας.
ΝΑ ΒΓΏ ΕΞΩ ΚΑΙ ΝΑ ΠΩ « ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΓΙΑΤΙ ΕΓΩ ΘΕΛΩ ΤΕΛΙΚΑ ΝΑ ΑΛΛΑΞΩ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ! ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ ΤΗΝ ΤΑΔΕ ΜΕΡΑ, ΤΑΔΕ ΩΡΑ, ΠΑΜΕ ΝΑ ΞΕΡΑΣΟΥΜΕ ΜΑΖΙ» και να γίνει global event στο Facebook, ξεράστε την ίδια ώρα 20:00 στο Γκρήνουιτς.
Βέβαια, τώρα που το καλοσκέφτομαι, το αποτέλεσμα μια ζωή το ίδιο είναι, αυτοί οι καλοί κύριοι με τις άσπρες μπλούζες και το άλλο το αξεσουάρ με τα μακριά μανίκια, και θέλω να κλείσω και την kinky σουίτα με τα καπιτονέ αφρολέξ γύρω γύρω.
Και όχι τίποτε άλλο, η αμαρτωλή ατέλεια άλλων αμαύρωσε και το μέσο έκφρασης που έχουμε επιλέξει αρκετοί. Γιατί όπου άνθρωπος, να και το σκατό που αφήνει πίσω του για να ζήσει. Για φαντάσου να μου πούνε μετά πως τα παίρνω από εταιρίες παραγωγής καθαρτικών για να ξεράσει το σύμπαν όλο.
Θα έρθεις να με πάρεις αγκαλίτσα παραμυθάκι μου να σκάσω;
Going down the kitchen at the top of the stairs.
Can I mix in with your affairs?
Share a smoke, make a joke,
grasp and reach for a leg of hope.
Words to memorize, Words hypnotize.
Words make my mouth exercise.
Words all failed the magic prize..