H γενιά του τσου

Από τότε που σταμάτησα να ανήκω στην πρώτη νιότη, άρχισε να γίνεται ολοένα και πιο έντονο. Δε λέω, είχα ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 90 τέτοιους συμμαθητές και συμμαθήτριες και ένας πιο οξυδερκής παρατηρητής θα είχε δει από τότε τα πρώτα σημάδια της γενιάς του τσου, γενιάς που έχει δείγματα στους σημερινούς τριανταπεντάρηδες, τσαμπιά εκπροσώπων στους εικοσιπέντε με τριάντα και προσυλητισμένους ενθουσιώδεις πιστούς στα τσικό των πανεπιστημίων και των λυκείων.
Είναι η γενιά του τσου.
Η γενιά που υποδέχεται κάθε τι χαρούμενο, κάθε τι που ενδέχεται να αρέσει σε περισσότερους από έναν με ένα πλατάγισμα της γλώσσας στον ουρανίσκο, ένα μπλαζέ σούφρωμα της μύτης παρόμοιο με τη φάτσα κουνελίσιου πτώματος και μια πρωτόφαντη χαρά σε ότι δύστροπο φτύνει μια ροχάλα σε ό,τι μπορεί να θεωρηθεί δημοφιλές, ανεξαρτήτως ποιότητας, αρκεί να σοκάρει, αρκεί να μην είναι αποδεκτό, αρκεί να μπορεί να θεωρηθεί ταλαντούχα ριζοσπαστικό από τους υπόλοιπους τσου.
Είναι κάτι παιδιά τα παιδιά τσου που βαριούνται λίγο (ή και πολύ).
Είναι κάτι παιδιά που ανταγωνίζονται το ίδιο το κουνελίσιο πτώμα σε χάρη και ενθουσιασμό.
Που καμία μουσική δεν τους λέει κάτι αν δεν την άκουσαν πρώτη, υστεροχίψτερζ σε μανιοκατάθλιψη, με κρίσεις μανίας και κρυφές εκσπερματώσεις πάνω σε τεχνολογικά γκάτζετ και παλιά νέα μπαράκια που τα ανακάλυψαν πρώτοι αφού έκλεισαν και ξανάνοιξαν.
Είναι η γενιά που θα ήθελε να έχει γράψει το φάητ κλαμπ και νομίζει ότι το ρυπαρό σκηνικό της ζωής μας είναι μια ταινία με αντιήρωα πρωταγωνιστή τον εαυτό τους η οποία περιστρέφεται γύρω από τον αυτιστικό μονόλογο τους που συμπυκνώνει τα νοήματα της ζωής και του 42.
Η γενιά του τσου.


Σχόλια